Φρανθίσκο Γκόγια


Γκόγια Χρονολόγιο




Ο πρώτος Μοντέρνος
Ο Φρανσίσκο Χοσέ ντε Γκόγια ι Λουσιέντες γεννήθηκε στο Φουεντετόδος της Αραγώνας το 1746.
Σε αυτόν, ίσως τον πιο συγκλονιστικό δημιουργό της δυτικής τέχνης μετά τους Δασκάλους της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, είναι αφιερωμένη μια απρόσμενη και εξόχως σημαντική έκθεση.
Στην έκθεση περιλαμβάνονται τέσσερις πλήρεις σειρές χαρακτικών έργων: τα «Καπρίτσια», όπου καταγγέλλεται η κοινωνική έκπτωση που ο Γκόγια διαπιστώνει στον καιρό της απόλυτης δεισιδαιμονίας και της Ιεράς Εξέτασης· τα «Δεινά του πολέμου», όπου, ως πρώην θαυμαστής του Ναπολέοντα, διατρανώνει την οργή και τον αποτροπιασμό του μπροστά στις αγριότητες που διέπραξαν τα γαλλικά στρατεύματα στην Ισπανία, στο τέλος του 1807, και τον θαυμασμό του για τον «guerrilla», δηλαδή τον «μικρό πόλεμο» των συμπατριωτών του (από όπου, παρεμπιπτόντως, και η έκφραση που πλέον σημαίνει «αντάρτικο»)· τις «Ταυρομαχίες», όπου αναδεικνύεται ίσως η πιο φωτεινή και αισιόδοξη πλευρά της τέχνης του, φόρος τιμής σε ένα άθλημα που θαύμαζε απεριόριστα· και την «Τρέλα» ή καλύτερα «Τα παράταιρα», όπως αποδίδεται ίσως πιστότερα το «Disparates», ένα τελευταίο εφιαλτικό παραλήρημα μέσα από το οποίο στριγκλίζει όλη του η απογοήτευση για τη ζωή και τους ανθρώπους, σειρά που φιλοτεχνεί σχεδόν στο τέλος της ζωής του.
Πολλοί αποδίδουν τη μοναδική οξύτητα και την ιδιότυπη βία της τέχνης του Γκόγια στη βαριά αρρώστια που τον χτύπησε το 1793, εξαιτίας της οποίας έχασε για πάντα την ακοή του. Πάντως, ήταν κατά τη μακρά περίοδο της ανάρρωσής του που ξεκίνησε να χαράσσει τα «Καπρίτσια». Και σίγουρα, σε αντίθεση με άλλους ζωγράφους όπου το χαρακτικό έργο αντιμετωπίζεται ως μια δραστηριότητα παράλληλη αλλά περιστασιακή σε σχέση με τη ζωγραφική, οι χαλκογραφίες του Γκόγια βρίσκονται στο κέντρο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.
Στα χαρακτικά του έργα εντοπίζουμε: το σκοτεινό όραμα, την οξεία κοινωνική κριτική, την απαράμιλλη εκφραστική ελευθερία , αλλά από την άλλη προοιωνίζονται σημαντικά και ποικίλα καλλιτεχνικά κινήματα της νεότερης εποχής, όπως ο ρομαντισμός, ο συμβολισμός, ο εξπρεσιονισμός, ακόμη και ο σουρεαλισμός.
Υπηρετεί ως ζωγράφος της Αυλής και η καλλιτεχνική παραγωγή του εξαρτάται από ένα πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο το οποίο απεχθάνεται και στο οποίο ευδοκιμούν η καταπίεση, η αμάθεια, η εξαθλίωση, η θρησκοληψία και ο φανατισμός. Η αντίφαση που προκύπτει από την εξαρτημένη σχέση του και την ανατρεπτική πνοή της τέχνης του είναι για τον Γκόγια ένα βιωμένο αδιέξοδο.
Ο Γκόγια δεν περιγράφει με ρεαλισμό μια κατάσταση για να τη στηλιτεύσει, ούτε κάνει τον κοινωνικό σχολιαστή, αλλά συνθέτει με όπλο τη φαντασία του έναν κόσμο που στη συνέχεια κατασκευάζει ως «πραγματικό»
Η ασθένεια του Goya
(**http://www.artmag.gr/art-articles/media-keyhole/827-goya-illness**)

O Francisco Josi de Goya Lucientes γεννήθηκε το 1746 στο Fuentetodos της Ισπανίας. Αργότερα μετακόμισε στη Μαδρίτη, όπου παντρεύτηκε την αδερφή του δασκάλου του και ζωγράφου της αυλής του Καρόλου III, Francisco Bayeu. Αρχικά σχεδίαζε cartoons και ειρηνικές σκηνές της καθημερινής ζωής, τα οποία υφαντές τοποθετούσαν αργότερα σε ταπετσαρίες. Το 1785 εξελέγη Αναπληρωτής Διευθυντής στη Βασιλική Ακαδημία. Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Rapelli (1999), «ο Goya είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει τα πρώτα σημάδια της ασθένειάς του».
Το 1788, επί της βασιλείας του Καρόλου IV σταμάτησε να ζωγραφίζει και έφυγε για το Cadiz για να μείνει με το φίλο του Sebastian Martinez. Στο Cadiz ανέφερε ότι δε μπορούσε να δει, να μιλήσει, να ακούσει, να καταπιεί φαγητό ή να πιει. Σύμφωνα με το βιογράφο του, Blackburn (2002), παρουσίαζε υψηλό πυρετό, παραισθήσεις, σύγχυση, αποπροσανατολισμό και απώλεια μνήμης. Δε μπορούσε να θυμηθεί ποιος ήταν, πως τον έλεγαν, πού είχε γεννηθεί. Μετά από μήνες, κάποια από τα συμπτώματα υποχώρησαν, όχι όμως και η βλάβη της ακοής.
Ο ίδιος ο Goya έγραψε στο φίλο του Zapater : «Είμαι στα πόδια μου, αλλά δεν ξέρω αν το κεφάλι μου είναι στους ώμους μου, χωρίς καμία επιθυμία να φάω ή κάτι άλλο...» Πολλοί γιατροί επισκέφτηκαν το μεγάλο καλλιτέχνη, αλλά κανείς δε μπορούσε να φτάσει σε μια τελική διάγνωση.
Παράλληλα με τις κύριες εκδηλώσεις της ασθένειάς του, ο Goya εμφάνιζε συνοδά συμπτώματα: άκουγε έντονους θορύβους, βόμβους, τριγμούς, αλλά μετά βίας μπορούσε να ακούσει ήχους του εξωτερικού κόσμου και να ξεχωρίσει τις συλλαβές της καθημερινής ομιλίας.
Παρουσίαζε επίσης διαταραχές της ισορροπίας. Δε μπορούσε να ανέβει σκάλες χωρίς να φοβάται ότι θα πέσει.
Το Νοέμβριο του 1794 δήλωσε στην Ακαδημία του San Fernando τη δημιουργία 11-12 πινάκων.
Οι σκηνές cartoon είχαν αντικατασταθεί με σκηνές βίας, τρόμου και επιθετικότητας. Η θεματολογία του περιλάμβανε πλέον φυλακές, φόνους, άσυλα, ναυάγια, ταυρομαχίες. Τότε ο Goya δημιούργησε τα περίφημα Caprichos του που απεικόνιζαν δαίμονες , μάγισσες, ανθρώπους με κεφάλια ζώων.
Το 1796 αποσύρθηκε στα Νότια της Ισπανίας παρουσιάζοντας έντονη αδυναμία βάδισης. «Κρατιέμαι από τους τοίχους», έγραφε. Το 1797 παραιτήθηκε λόγω κώφωσης, αποξενωμένος και αποτραβηγμένος.
Ο Goya πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του νοσηλευόμενος από γιατρούς που δε μπορούσαν να θεραπεύσουν την ασθένειά του.
Ο Goya είχε σε ανυποληψία το ιατρικό επάγγελμα λόγω της πολύχρονης, μη ιαθείσας ασθένειάς του.
Σε αρκετούς πίνακές του ειρωνευόταν και εκφραζόταν με πικρία για την αναλγησία των ιατρών του.
Ο πιο αντιπροσωπευτικός του είναι ο πίνακας με τίτλο "De que mal morira" , όπου ο γιατρός απεικονίζεται ως γάιδαρος να κρατάει το χέρι του εξαντλημένου ασθενή του.